Το σύνταμμα.(1858.)  

Παιδιά Σαββάτο ήτονε γή Κυριακή γή Τρίτη,
Που κίνησε το σύνταμμα κ’εγείνηκε ‘ς την Κρήτη;
Ένα φερμάνι έμπεψε Σουλτάν Αβντούλ Μετζίτης,
«Φόρο το στρατιωτικό θέλω απού την Κρήτη»
Και το φερμάνι έγραφε, «Έντεκα μιλιούνια,                                     5
Και να μην παρακούσουνε ωσάν τα Μαυροβούνια».
Σαν έλαβ’ο Βελή πασάς τσή Κρήτης το φερμάνι,
Στέκει και συλλογίζεται ίντα λογής να κάνη.
Μαζόνει τσή μουντίριδες απού της επαρχίαις
Και τσή καλούς κιατίπιδες απού τσή πολιτείαις.                             10
«Θέλω το γληγορώτερο ‘ςέ κάθε επαρχία
Να γράψετε τσή Χριστιανούς, κάνει μεγάλη χρεία.
Να πάτε’ς ούλαν τα χωριά τσή προεστούς να βρήτε,
Και τα μωρά να γράψετε, να μην τα λυπηθήτε».
Ευτύς ο Μπάντρης κι’ ο Πασάς και οι Μητροπολίτης                    15
Κάνουνε το λογαριασμό ‘ς το μοιρασμό τσή Κρήτης.
Προς γρόσια τριανταδυό εις το κάθε κεφάλι,
Κ’είπε να τα πλερώσουνε ούλοι, μικροί μεγάλοι.
Τα μιλιούνια βγήκανε ύστερα δεκατρία
Κ’ευτ’ήτονε τω Χριστιανώ η πρώτην των αιτία.                            20
Γαζέταις εδιαμοίρασεν ο Μπάντρης εις του Βάμου
(Νύφη μου μην πρικαίνεσαι, πράμμα δε μαςε κάνου).
«Ο ουρανός να κατεβή κ’η γής να πά απάνω
Τα γρόσια θα τα δώσετε χούκιμου γώ το κάνω».
Για πείσμα τω Χριστιανώ το φώνιαζε ο σκύλος                            25
Γιατ’είχε κάχριτα πολλή ‘ς τσή Χριστιανούς και ζήλος.
Το ίδιο τσή φοβέριζε ‘ς το Τοπαλτί ο Ζέρης,
«Τα γρόσια να τα δώσετε, γιατί θα φέρω ασκέρι.
Ως την Τετράδη θενά βγώ μ’ασκέρι να γυρίζω,
Κι’όσοι δε μου τα δώσουνε θα τσή μπισταγκωνίζω».                   30
Σαν τ’άκουσαν οι Χριστιανοί μέσ’ ‘ς την καρδιά πονούνε,
Κι’ο γείς τον άλλ’αναρωτά τι μέλλει να γενούνε.
Γράφουν γραφαίς εδώ κ’εκεί, εις ούλαις τσ’επαρχίαις,
Να συναχτούν να γράψουνε ούλαις τωνε τσ’αιτίαις.
Το Σέλινο ως τ’άκουσεν έκαμεν εταιρεία,                                     35
Καθίζει κάνει μια γραφή ‘ς τη Σφακιανή επαρχία.
Πρώτη γραφή εστείλανε του καπετάνι Γιάννη,
Του Βαρδινάκη τω Σφακιώ, να ιδούν ίντα θα κάνη.
Να βρή τσή πρώτους Σφακιανούς, όσ’έχουνε θρησκεία,
Να ιδούν ίντα θα κάμουνε μ’αυτήν την εταιρεία.                           40
«να μαςε μεταγράψετε τι μέλλει να γενούμε,
Τα γρόσια να τα δώσωμε γή πίσω να σερθούμε».
Μα βγήκε κ’ετσαρσίτεψε ένας κουζουλαμένος,
Κι’όσοι δεν τόνε ξέρουνε, βρίσκεται βουλωμένος.
Όσοι προμελετήσανε ετούτην την αιτία                                         45
Τσ’έκαμεν ο Βελή πασάς ‘ς την Πόλιν εξορία.
Και παρευτύς συνέλεψι έκαμαν οι Λακκιώταις,
«Για ποιάν αιτία ξόρισες τσή πέντε Σελινιώταις;»
Γαλαναντώνης και Χατζής δε στέκουν ν’ανημένουν,
Βγάνουν αθρώπους γλήγορους ‘ς τσή ΄Ρίζαις κι’αβιζέρνουν,      50
«Όσοι δοξάζουν το θεό και τόνε προσκυνούνε,
Την Κυριακή ξημέρωμα ‘ς τσή Λάκκους να βρεθούνε».
Και παραγγέλνει ο Χατζής κ’εις τα Σφακιά να βγούνε
Κ’οι καπετάνιοι τω Σφακιώ, ούλοι να μαζωχτούνε.
Ο Καυκαλάς ως τ’άκουσε πολύ του βαροφάνη,                          55
Κράζει και τον κουνάδιον του να ιδή ίντα θα κάνη.
Ξεχωριστά εγράψανε του Κώστα του ‘Ριζίτη
«Ήρθε καιρός να λάβωμε κ’εμείς καλό’ς την Κρήτη».
Σαν εσηκώθ’ο Κωσταρός, το γνωστικό κεφάλι,
Σηκώθη κ’Αποκόρωνας, ούλοι, μικροί μεγάλοι.                         60
Σαββάτ’απομεσήμερα – ‘ς τσ’εφτά ήτον η γι ώρα –
Ο Ζέρης εξεκίνησε μ’ασκέρ’απού τη χώρα.
Πάει ‘ς τσή  Λάκκους το χωριό τσή προεστούς μαζόνει,
«Ποιος πούστης από λόγου σας λέει πως δεν πλερόνει;
Τα γρόσια να συνάξετε ώστε να ξημερώση,                               65
Γιατί θα πιάσω το Χατζή ούλα να μου τα δώση.
Γή εις εσάς τσή προεστούς ούλα θα τα ξερρίξω,
Κι’όσοι δε μου τα δώσουνε θα τσή μπισταγκωνίσω».
Την Κυριακή ξημέρωμα ήρθε κι ο Μαυρογένης,
Κι’άλλοι πρεμαζωχτήκανε απούσαν αντρειωμένοι,                   70
«Την όρεξι τη ψεσινή έχεις μπορμά ακόμη,
Πούρθες να μας πουστολογάς και να μας κερατόνης;
Εδά θενά σου δείξωμε, και δεν περνά μιάν ώρα,
Ίντα μαντάτα ξαφνικά θα μπέψωμε ‘ς τη χώρα».
Μιάν ώρα δεν επέρασε μαζόνουντ’οι Λακκιώταις,                   75
Έρχονται κ’οι Κεραμειανοί και πάρτη Σελινιώταις,
Ως τσ’είδε ο Μαμούτ αγάς τ’αχείλίν του δαγκάνει.
Κι’απού τ’ανύχια ως την κορφή τρομάρα τόνε πιάνει.
Καταχτυπά η σαγούνάν του και του Ζεήρη μπέη,
Και ο Τσαφίρης κάθεται και η καρδιάν του κλαίει.                   80
«Μυριανάθεμά τηνε εκεινηνά την ώρα
Απού εξεκινούσαμε νάρθωμ’απού τη χώρα.
Μα ό,τι κι’άνεν πάθωμε εσύ φταίεις Μαμούτη,
Γιατί κ’εμείς θωρούμέν το δε φταίνε μηδέ τούτοι».
Λέν τωνε να πορίσουνε ‘πό μέσ’απού το σπίτι,                       85
Μ’αυτ’είνε η γι απόφασι και του λαού τσή Κρήτης,
«Εμείς αποφασίσαμε κι’ούλοι θενά χαθούμε
Γή από έναν κερατά θενά λευτερωθούμε.
Λώπως θαρρεί ο κερατάς, κ’εσείς παληομπουρμάδες,
Πως θα τόνε πλερόνωμε να κάνη φιλενάδες;                           90
Γλήγορα να πορίσετε να πάτε ‘ς τη δουλειά σας,
Ά θέλετε να σμίξετε μαζί με τα παιδιά σας».
Βρίστουνε χίλιαις πρόφασαις λέει των ο Τσαφέρης,
«Πρώτα να φάμε τίβοτσι γιατ’είνε μεσημέρι».
Κείνην την ώρα έφταξεν ο Μουτσονικολάκης                        95
Κ’έτσι επήρεν άνεσι και ο Ζεραγεδάκης.
«Καλώς τονε το δάσκαλο να μαςε λευτερώση,
Χατζή Μιχάλης στέκεται να μαςε θανατώση.
Τώρα γνωρίζω, δάσκαλε, πώς έχω κισιμέτι
Να πάγω εις το σπίτι μου απόψε σελαμέτι».                          100
Λέει τωνε ο δάσκαλος, «Εφταίξετ’απατοί σας
Γιατ’ήρθετε να πάρετε γρόσια με το σπαθί σας.
Μαμούτ εφέντη γλήγορα να φεύγετε ‘ς τη χώρα,
Τα γρόσια που γυρεύγετε δεν το καλεί η γι ώρα.
Γιατ’αναγκάσθη το λαός ‘ς το ξέρριμμα απάνω,                   105
Κι’ανέ σαςε σκοτώσουνε δεν έχω τι σας κάμω.
Ο Μαυρογένης ήλεγε κι’ακόμ’άλλοι καμπόσοι,
«Πρέπει να τσή σκοτώσωμε να βάλου οι γι άλλοι γνώσι».
Μα ο Χατζής ο γνωστικός είπε κείνην την ώρα,
«Ας κάμωμε για το λαός απούνε εις τη χώρα».                      110
Συναποβγάνει τση μακρυά ο Μουτσονικολάκης,
Αιτία κ’εγλυτώσανε ήτ’ο Χατζή Μιχάλης.
‘Σε δυό μέραις συνάζουνται εις την Αγιά Λεούσα,
Το σύνταμμα που κάμανε εις τσή Φραγιαίς τ’ακούσα.
Λέει ο Μουσταφά πασάς, - Αφέντη μου Σουλτάνε,               115
‘Σ το χέρι σού’νε κόψε με κ’εις τη φλακή με βάλε,
Μα δός μου αφέντη άδεια καράβια ν’αρματώσω,
Και με δικά μου έξοδα την Κρήτη να μερώσω.
-Πήγαινε, Μουσταφά πασά, πήγαινε ‘ς τη δουλειά σου,
‘Σ την Κρήτη δεν πατεί κιανείς απού τη γενεά σου.-             120
Κράζει τον καπετάν πασά ναπάη εις την Κρήτη,
«Μην ανημένης Κυριακή, μην ανημένης Τρίτη.
Να ά να βρής τσή Χριστιανούς και να τσ’αναρωτήσης,
Κι ό,τι κι’αν σου ζητήξουνε, ούλα να τα χαρίσης
Γιατί γίνεται σήμερο κρίσι εις το Παρίσι,                              125
Κιανείς τρελλός μεσημεράς μη με κατηγορήση».
Ευτύς ο καπετάν πασάς δε στέκει ν’ανημένη,
Με τη βουλή του βασιλιά’ς την Κρήτη κατεβαίνει.
Και γράφει τωνε μια γραφή ποια μέρα θα πορίση
Να κατεβούν οι γνωστικοί που θα τσ’αναρωτήση.               130
Την Παρασκή επόρισε πό μέσ’απού τη χώρα,
‘Σ τα Σερσεμπίλια έφταξε ‘ς τσή τέσσερις η γι ώρα.
Σέρνει και το Μεμέντ αγά, βγαίνει ‘ς τη Χαλαρία,
Πιάνει το κιάλι και θωρεί, λέει ‘ς την εφορεία,
«Εβγάστε ούλοί σας επά τηρήξετε και  ιδέτε,                       135
Απούγραφ’ο Βελή πασάς πώς είν’τρακόσιοι κλέφταις.
Κ’εγώ θωρώ πολύ λαός, θωρώ πολλαίς χιλιάδες,
Κ’ίντα μου κουβεδιάζετε τσή Κρήτης οι μπουρμάδες;
Να τώνε πάρω τ’άρματα, να μην των τα χαρίσω;
Με ίντ’αχείλι θα το πώ και θα τ’αποφασίσω;                       140
Περίττου άπου βλέπω γώ την τόση ευταξία
Και δε μπορεί ποτέ κιανείς να τώνε βρή αιτία;